ἔμμορος

ἔμμορος, ον, ([etym.] μείρομαι)
A partaking in, endued with,

τιμῆς . . ἔμμοροί εἰσι καὶ αἰδοῦς Od.8.480

.
II ἔμμορον· εἱμαρμένον, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμμορος — partaking in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμμορος — (I) ἔμμορος, ον (Α) αυτός που παίρνει μέρος σε κάτι, μέτοχος, κοινωνός. (II) ἔμμορος, ον (Α) τυχερός …   Dictionary of Greek

  • ἔμμορον — ἔμμορος partaking in masc/fem acc sg ἔμμορος partaking in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμορα — ἔμμορος partaking in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμορε — ἔμμορος partaking in masc/fem voc sg μείρομαι receive as one s portion perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμοροι — ἔμμορος partaking in masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .άμμορον — ἄμμορον , ἄμμορος without share of masc/fem acc sg ἄμμορον , ἄμμορος without share of neut nom/voc/acc sg ἔμμορον , ἔμμορος partaking in masc/fem acc sg ἔμμορον , ἔμμορος partaking in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμορ' — ἔμμορα , ἔμμορος partaking in neut nom/voc/acc pl ἔμμορε , ἔμμορος partaking in masc/fem voc sg ἔμμορε , μείρομαι receive as one s portion perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.